001

Ομιλία εκφωνηθείσα την Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017,
στο Θέατρο «ΑΠΟΛΛΩΝ» Ερμουπόλεως, κατά την επετειακή εκδήλωση

για την Εθνική Επέτειο της 25ης  Μαρτίου 1821
από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σύρου & Μυκόνου
ΔΩΡΟΘΕΟ Β΄

Παρά την εικονοκλαστική διάθεση της σύγχρονης εποχής, που θέτει σε αµφισβήτηση πρότυπα, αξίες και πεποιθήσεις, το 1821 παραµένει το µεγάλο εθνικό κοµµάτι της ιστορίας, που το χρειαζόµαστε όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, ως αξιακό υπόβαθρο της συλλογικής µας αυτογνωσίας και ως πυξίδα της ιστορικής µας πορείας προς το µέλλον.

Αμέτρητοι επώνυµοι και ανώνυµοι ήρωες έγραψαν «τα µεγάλα και τα πολλά», που τους είπε «η τρίσβαθη ψυχή τους», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σολωµικός στίχος στους «Ελεύθερους πολιορκηµένους».

Ήταν αυτή η µοναδική ελληνική ψυχή, που, από τον Μαραθώνα και τις Θερµοπύλες, µέχρι τα Γαυγάµηλα, τα τείχη της Βασιλεύουσας και το Μεσολόγγι, έµαθε µόνον να νικά ή να πεθαίνει.

Τίποτε άλλο!

Αυτή τη µοναδική ελληνική ψυχή διέθεταν στον µεγάλο Αγώνα του Γένους µας όλοι,  άνδρες και γυναίκες.

Αλλά η Ιστορία µοιάζει να έχει αδικήσει, ως προς την τιµή και τη δόξα που τους πρέπει, τις Ελληνίδες, που στάθηκαν γενναίες δίπλα στους γενναίους, άξιες δίπλα στους άξιους, και ηρωίδες δίπλα στους ήρωες!

Ακόµη και αν η γυναικεία φύση εµπεριέχει την ανιδιοτελή αίσθηση του καθήκοντος και της προσφοράς χωρίς την προσδοκία της αναγνώρισης ή της επιβράβευσης, εµείς που θέλουµε να αντλούµε µαθήµατα εθνικής ευθύνης και να προβάλλουµε πρότυπα ηθικού µεγαλείου για την ατοµική ή συλλογική µας συµπεριφορά, οφείλουµε να ανασύρουµε από τις παρυφές της Ιστορίας και να οδηγήσουµε στις κορυφές της Εθνικής Μνήµης, τις Ελληνίδες του Εικοσιένα, για τις οποίες έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός:

«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά μετά χαράς σ’  το λέω

Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’όνομά τους μνέω»!

Και τούτο, όχι επειδή το επιβάλλει η σύγχρονη αντίληψη για την ισότητα των φύλων, αλλά διότι το υπαγορεύει, διαχρονικά, η δίκαιη και αντικειµενική αποτίµηση των γεγονότων του µεγάλου µας εθνικού ξεσηκωµού,

Και χαιρόμεθα ιδιαίτερα, διότι η  υψηλόφρων προσφορά εκ μέρους της αγαπητής μας κας Αικατερίνης Μονογυιού, της ευπατρίδου αυτής Μυκονιάτισσας  και φερέλπιδος πολιτικού, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει εμφανισθεί δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο των Κυκλάδων και διακρίνεται για το ήθος, την ευγένεια, το σεβασμό και την αγάπη της προς την Εκκλησία, τον Επίσκοπο και  τους ευλογημένους κατοίκους των νησιών μας, προς το Λύκειο Ελληνίδων Σύρου ενός πιστού αντιγράφου της φορεσιάς της ηρωίδας συμπατριώτισσάς της, μας δίνει την ευκαιρία να αναδείξουμε δαφνοστεφανωμένη τη μορφή μιας  ακατάβλητης γυναίκας μαχήτριας!

Αυτής που με τον ηρωισμό, την αυταπάρνηση, την ανιδιοτέλεια και την αγάπη για την πατρίδα ενέπνευσε ακόμα περισσότερο το έπος του 1821, που έμελλε να μετατραπεί σε σύμβολο της εθνικής παλιγγενεσίας και η χάρη της να φτάσει μέχρι και τους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης, σφραγίζοντας την επανάσταση  ως το γυναικείο πρόσωπο του αγώνα, της Μαντώς Μαυρογένους, της απαράμιλλης αρχοντοπούλας, που θυσίασε για την ελευθερία της Ελλάδος, τα υπάρχοντά της και όλη την ηθική και ψυχική της ικμάδα, για να λάβει καταπικραμένη την άδικη αμοιβή της εγκατάλειψης και της ηθικής λησμονιάς.

Κόρη πλούσιου μεγαλέμπορου, δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή να κατασπαταλήσει την περιουσία της για τις ανάγκες του αγώνα, θυσιάζοντας και το τελευταίο της χρυσό νόμισμα για τον εξοπλισμό του στόλου αλλά και τη δημιουργία τμήματος πεζικού.

Το ίδιο έκανε και σε προσωπικό επίπεδο, παραδίδοντας τα νιάτα και το σφρίγος της αμαχητί στην Ελληνική Επανάσταση, αν και έμελλε να συναντήσει τις ίντριγκες του μικροπολιτικού κλίματος του καιρού: αποκλείστηκε από τη δημόσια ζωή του νεοσύστατου κράτους, διωκόμενη από διάφορες ομάδες επιρροής, οι οποίες μέσα από την επαναστατική διαδικασία διεκδικούσαν την κατάληψη και την άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Κι έτσι έφυγε από τον κόσμο όχι μόνο πάμφτωχη αλλά και λησμονημένη, αυτή η μεγάλη Ελληνίδα, η λαμπρή αρχοντοπούλα, που με την αυταπάρνησή της συγκλόνισε όλο τον γνωστό κόσμο της εποχής.

Η εξέχουσα μορφή της Επανάστασης του 1821 και μια από τις ελάχιστες γυναίκες που διακρίθηκαν στον Αγώνα σαγήνευσε με τη δυναμική προσωπικότητα και την απαράμιλλη ομορφιά της όλους, αν και θα ήταν οι ξένοι ιστορικοί που θα έμπαιναν στον κόπο να ασχοληθούν με τα χρονικά του βίου της, καθώς οι έλληνες χρονικογράφοι αποσιώπησαν ή υποτίμησαν την προσφορά της στον εθνικό ξεσηκωμό!

Η μόρφωσή της, το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο, το κάλλος και η άσβεστη φλόγα για την ελευθερία της Ελλάδας την ανέδειξαν σε ξεχωριστή μορφή του ελληνικού ζητήματος, την ίδια ώρα που με τις προσωπικές της επιλογές αμφισβήτησε έμπρακτα τη στερεοτυπική εικόνα της γυναίκας. που διαμορφωνόταν κατά την ιδρυτική περίοδο του ελληνικού πολιτειακού σχηματισμού: όχι μόνο ανέπτυξε η ίδια επαναστατική δραστηριότητα, αλλά διεκδίκησε η παρουσία της δίπλα στον Δημήτριο Υψηλάντη να έχει πολιτικό νόημα και δεν αρκέστηκε να συμπορευτεί με τον ηγέτη ως τρυφερή συμπαραστάτης, κάτι που πλήρωσε ακριβά, καθώς το ειδύλλιό τους πέρασε από χίλια κύματα και είχε τελικά τραγική κατάληξη, όπως και η ίδια της η ζωή…

Και είναι πραγματικά αδιανόητο πως την ίδια ακριβώς στιγμή που η Μαντώ γίνεται πρότυπο θυσίας και ηρωισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη, στο εσωτερικό της πατρίδας της η τεράστια πατριωτική συμβολή της να περνά απαρατήρητη από τους ιστορικούς της εποχής...

Μόνο ο Νικόλαος Δραγούμης που αναφέρει στο έργο του «Ιστορικές Αναμνήσεις» πως «η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον του αγώνος»

Για την μεγάλη αυτή αδικία, αλλά και στρέβλωση συνάμα της ιστορικής μας πραγματικότητας, ο φιλέλληνας Jules  το 1890 θα γράψει «Είναι απορίας άξιον πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς, απο όλους τους έλληνες ιστορικούς».

Το 1825 ωστόσο έχει κυκλοφορήσει στα γαλλικά το βιβλίο του φιλλέληνα T. Ginouvier υπο τον τίτλο «Mavrogenie ou L heroine de la Grece», όπου με παραστατική ενάργεια ο γάλλος ιστορικός περιγράφει ακριβοδίκαια, τον πολύτροπο βίο της μεγάλης ελληνίδας, όπως τον διαισθάνθηκαν και με ηθική ένταση τον αποτύπωσαν, οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής.

Η έκδοση αυτή γρήγορα θα εξαντληθεί και σύντομα θα επανεκδοθεί το 1826 στο Παρίσι, καθιστώντας το όνομα της Μαντώς ηθικά περίλαμπρο, σε όλους τους κύκλους της πολιτισμένης Ευρώπης.
Θα ακολουθήσει και μια ακόμα έκδοση του βιβλίου, που αναδεικνύει την δίψα των ευρωπαίων να γνωρίσουν την μεγάλη ελληνίδα το 1830.

Από την αυτοθυσία και την ανιδιοτέλεια για την πατρίδα της μεγάλης ελληνίδας, θα εμπνευστεί και ο μεγάλος ζωγράφος Adam Friedel και θα φιλοτεχνήσει το πορτραίτο της, που την κάνει γνωστή σε όλη την Ευρώπη, περιλαμβανόμενο στα πορτραίτα των 24 προσωπογραφιών των επισημοτέρων αρχηγών της ελληνικής επανάστασης.

Η λιθογραφία του Adam Friedel είναι η πρώτη της Μαντώς που ποζάρισε η ίδια. Η ενδυμασία της, βασισμένη στην πρώτη αυτή λιθογραφία έχει έντονα στοιχεία της ευρωπαϊκής μόδας των αρχών του 19ου αιώνα, με ανατολίτικες επιρροές  και τονίζει την κομψότητα και την αριστοκρατική καταγωγή της ηρωίδας.

Τη φορεσιά αυτή, για πρώτη φορά την ανακατασκεύασε το 1979 ο Σύλλογος Γυναικών Μυκόνου, με τη συνδρομή έμπειρων μοδιστρών, ενώ νεώτερη επιμελήθηκε αφιλοκερδώς ο Γιάννης Μετζικώφ με την βοήθεια της Μαρλένας Γεωργιάδη, την οποία ο Πολιτιστικός Λαογραφικός Σύλλογος Γυναικών Μυκόνου δώρισε στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου το 2011.

Αντίγραφο ακριβές της φορεσιάς αυτής, δημιουργημένο με την φιλότιμη χορηγία της συμπατριώτισσάς της κας Κατερίνας Μονογυιού θα περικοσμεί από σήμερα τη συλλογή του ιστορικού Λυκείου Ελληνίδων Σύρου, μοναδικό απόκτημα και ξεχωριστό έκθεμα!

Γιατί, δεν είναι απλά μια τοπική ενδυμασία, όπως οι άλλες, αλλά η ιδιαίτερη, η προσωπική και αυθεντική ενδυμασία της αρχοντοπούλας της Μυκόνου, το γόνο μιας μεγάλης και εύπορης κυκλαδίτικης οικογένειας, που ανέδειξε πολλούς ανώτατους αξιωματούχους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οικογένειας των Μαυρογένηδων.

Τα σπίτια τους στη Μύκονο απλώνονταν από την Αγία Κυριακή μέχρι του Ξένου τον καφενέ (γειτονεύουν με το σπίτι του Μαθιού Αποστόλου). Το σπίτι του Καμπάνη συγγενούς της Μαντώς όπου σήμερα στεγάζεται η Δημοτική βιβλιοθήκη, ανήκε στον Δημητράκη Μαυρογένη, Βοεβόδα Μυκόνου στα 1753.

Το σπίτι της Μαντώς ήταν το σημερινό Ξενοδοχείο Απόλλων, μαζί με το σπίτι της Ελένης της Κριτσιδήμαινας, κατόπιν της ανιψιάς της Βαρβάρας Βελή, που σώζεται αναλλοίωτο.

Ο πατέρας της Μαντώς, Νικόλαος, παντρεύτηκε στη Μύκονο το 1780 τη Μυκονιάτισσα αρχόντισσα Ζαχαράτη, θυγατέρα του Χατζή Αντωνίου Μπατή, με καταγωγή από την Σπάρτη. Απέκτησαν από τον γάμο αυτό 3 γιούς και 2 θυγατέρες.

Το 1788 ο πατέρας της διορίστηκε στην υπηρεσία του Νικόλαου Πέτρου Μαυρογένη, που ήταν ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας, Μέγας Σπαθάρης, που σημαίνει γενικώς διοικητής των στρατευμάτων και διευθυντής αστυνομίας προαστίων και συγκαταλεγόταν στην τάξη των Ευγενών.

Μετά τον αποκεφαλισμό του θείου του και την κατάσχεση όλης της περιουσίας του από την Υψηλή Πύλη, αναγκάστηκε να φύγει από το Βουκουρέστι. Επανήλθε στη Μύκονο και αφού παρέλαβε την οικογένεια του, κατέφυγε το 1790 στην Τεργέστη με τον αδελφό του Νικόλαο, όπου άνοιξε εμπορικό και τραπεζικό γραφείο.

Απέκτησε τεράστια περιουσία για κείνη την εποχή, εμπορικούς οίκους στη Χίο, στη Σμύρνη, στη Τήνο, στην Πάρο και στην Άνδρο, κτήματα στην Αγία Πετρούπολη ,στην Τεργέστη και πολλά κτήματα και ακίνητα στη Μύκονο.

Ο θάνατος τον βρήκε στην Πάρο το 1818.

Η Μαντώ ήταν το πέμπτο παιδί του Νικόλαου Μαυρογένη και της Ζαχαράτης Μπατή. Γεννήθηκε στην Τεργέστη το 1796 ή 1797.

Λα Μπέλλα Γκρέτσια, η ωραία Ελληνοπούλα έλεγαν οι κάτοικοι της Τεργέστης, όταν την έβλεπαν να περνά. Το βαφτιστικό της όνομα ήταν Μαντελούσα, δηλαδή Μαγδαληνή, από το οποίο προήλθε το υποκοριστικό Μαντώ.

Έλαβε επιμελημένη μόρφωση και γνώριζε την Ιταλική, Γαλλική και Τούρκικη γλώσσα.

Το ξέσπασμα της επανάστασης βρήκε την νεαρή Μαντώ – μια λυγερόκορμη υψηλή κοπέλα, με ωραία μάτια και λεπταίσθητη ιδιοσυγκρασία – στην Τήνο με τον θείο της ιερέα και Φιλικό παπα-Μαύρο, ο οποίος την εισήγε ακόμα πιο βαθιά στην μεγάλη υπόθεση της εθνεγερσίας, με τον οποίο μετέβησαν στην γενέθλια γη της Μυκόνου  και συγκάλεσαν αμέσως σε σύσκεψη τους πρόκριτους του νησιού,  ξεσηκώνοντας τους κατοίκους.

Στίχοι που σώζονται δείχνουν τον ενθουσιασμό που ενέπνευσε στα παλικάρια.

Για της πατρίδας την τιμή και της Μαντώς την χάρη,
κάνει φτερά στο πόλεμο, κάθε άξιο παλικάρι.

Αμέσως εξοπλίζει με δικά της έξοδα δυο πλοία και μαζί με άλλα δυο που είχαν εξοπλίσει Μυκονιάτες με έρανο, ενώνονται με τον στόλο του Τομπάζη στην Τήνο και συμμετέχει από τότε σε πολλές πολεμικές επιχειρήσεις μαζί με άλλους οπλαρχηγούς στη στεριά και στη θάλασσα.

Στις 22 Οκτωβρίου του 1822 απέκρουσε με την βοήθεια πολλών Μυκονιατών επίθεση 200 Αλγερινών στη θέση Σταπόδια. Δεν σταμάτησε να βοηθά τον αγώνα με μεγάλα χρηματικά ποσά για εξοπλισμό και πληρωμές στρατιωτών.

Η Μαντώ έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς Φιλέλληνες Ευρωπαίους στρατιώτες, γιατί εκτιμούσε ότι άφησαν την πολιτισμένη και άνετη ζωή τους, για να πολεμήσουν στο πλευρό των αδελφών τους “που υπέφεραν από τους βάρβαρους”.

Η Μαντώ ξόδεψε όλη την περιουσία της οικογένειας της για την ελευθερία της πατρίδας της. Βοηθούσε ακόμα και πολλούς ηλικιωμένους που δυστυχούσαν. Υιοθετούσε νεαρά κορίτσια, τα προίκιζε και τα πάντρευε, και, παρ’ όλη την μετέπειτα εξαθλίωση της, δεν έπαψε ποτέ να μεριμνά και να περιθάλπει όσους είχαν ανάγκη, προσφέροντας πολλά και κατά την διάρκεια μιας τρομερής επιδημίας που θέριζε τότε το Ναύπλιο.

Η Μαντώ θα προσφέρει στον αγώνα 700.000 γρόσια, ποσό μαμούθ για την εποχή. Ενώ το 1826, δεν θα διστάσει, δίνοντας ένα ακόμα μάθημα ηθικού μεγαλείου, να εκποιήσει τα κοσμήματά της, προκειμένου αυτά να διατεθούν για την περίθαλψη 2.000 Μεσολογγιτών που σώθηκαν μετά την ηρωϊκή τους Έξοδο, από τα οποία κράτησε μόνο τον περίτεχνο επιστήθιο Σταυρό, δώρο του Δημητρίου Υψηλαντη, που εξετέθη πέρυσι στη Μύκονο κατά την περιοδική Έκθεση με τίτλο «VANITY, Ιστορίες Κοσμημάτων από τις Κυκλάδες».

Εξοπλίζει καράβια με δικά της έξοδα και αποδύεται σε έναν πολυμέτωπο αγώνα για την ελευθερία.

Πρώτο της μέλημα, να απαλλάξει τις Κυκλάδες από τους πειρατές που τις καταλήστευαν και ασκούσαν ηθική τρομοκρατία στους επαναστατημένους Έλληνες, οι οποίοι περισσότερο απο ποτέ τότε, έπρεπε να βρουν ελεύθερους τους θαλάσσιους δρόμους, για να στηρίξουν ναυτικά τον αγώνα.

Παράλληλα συγκροτεί πάλι ιδίοις εξόδοις σώμα πεζών και υπό την αρχηγία της, ανέλαβε την υπεράσπιση της Μυκόνου. Συγκροτεί στόλο από έξι πλοία, που τον προσαρτά στα πλοία του μεγάλου μας ναυάρχου Τομπάζη, για να υποστηρίξει τις σπουδαίες ναυτικές του επιχειρήσεις.        Κατόπιν η φλογερή ελληνίδα που δονείται από το ευγενές όραμα της ελευθερίας, συγκροτεί σώμα πεζικού, που αποτελούνταν απο 16 λόχους των πενήντα ανδρών και υπό την ηγεσία της, συμμετέχει στην εκστρατεία της Καρυστίας. Θα συμμετάσχει ακόμα σε πολύ κρίσιμες μάχες για την έκβαση του αγώνα στην Φθιώτιδα και την Λειβαδιά και στο Πήλιο, στο πλευρό του Γρηγορίου Σάλα.

Μετά την συμμετοχή της σ΄αυτές τις μάχες επανακάμπτει στην αγαπημένη της Μύκονο, όπου αποδύεται σε μια πολυσχιδή προσπάθεια τροφοδοσίας του στόλου μας.

Μέρα με την μέρα το ηρωϊκό πρότυπο θυσίας και ανιδιοτέλειας για την πατρίδα της Μαντούς, μεταδίδεται σαν τον άνεμο και η φήμη της σε σύντομο διάστημα υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Ο ευγενής αγώνας της συνεγείρει τις φιλέλληνες γυναίκες της Γαλλίας και της Αγγλίας και η Μαντώ εκμεταλλευόμενη την γλωσσομάθειά της, τους αποστέλλει πατριωτικές επιστολές, μέσω των οποίων προσπαθεί να γονιμοποιήσει και να επεκτείνει τα αισθήματα πατριωτικής αλληλεγγύης τους.

Έτσι όλη η Ευρώπη παραμιλά για την μεγάλη Ελληνίδα, που θυσιάζει ολάκερη την περιουσία της και τα ολόδροσά της νειάτα, για να προστρέξει με όλες της τις δυνάμεις την υπόθεση της εθνεγερσίας.

Με το πέρας της επανάστασης η Μαντώ εγκαθίσταται στο Ναύπλιο (κατά τον Λαμπρινίδη η Μαντώ καταγράφεται ως κάτοικος Ναυπλίου στην απογραφή του πληθυσμού το 1824, ως εξής : «Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ».

Ο απαράμιλλος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας – που θα λάβει και ο ίδιος άδικη ανταμοιβή από την πατρίδα για τις πελώριες υπηρεσίες του στην εθνική ανασυγκρότησή της μετά την επανάσταση, πληρώνοντας βαρύ φόρο την ίδια του τη ζωή – αισθανόμενος βαρύ το χρέος της Ελλάδας πρός την ακατάβλητη ηρωίδα, θα της αποδώσει τον τίτλο του αντισρατήγου, τον οποίο η Μαντώ είναι και η μοναδική ελληνίδα που τον φέρει μέχρι σήμερα, και θα της αναθέσει ακόμα την εποπτεία του Ορφανοτροφείου που ιδρύει στην Αίγινα.

Την περίοδο αυτή θα αναπτυχθεί και ένας φλογερός έρωτας μεταξύ του πρίγκιπα Δημήτριου Υψηλάντη και της Μαντούς που γοητεύεται τόσο από την αυτοθυσία της και τον ηρωϊσμό της για την πατρίδα, όσο και από την ομορφιά της, την οποία αναμφίβολα γονιμοποιεί η σπάνια για την εποχή μόρφωσή της και η ευρωπαϊκή της κουλτούρα.

Ενώ, όμως, οι αρετές αυτές για τον πρίγκιπα αποτελούν θέλγητρο και πόλο έλξης, για τις κοινωνικές υστερήσεις και στρεβλώσεις της μετεπαναστατικής Ελλάδας, ερμηνεύονται με κακοήθη τρόπο.

Ο ενδεχόμενος ακόμα γάμος του πρίγκιπα Υψηλάντη με την ανηψιά του ηγέτη της Βλαχίας, ειναι προφανές ότι θα τον ισχυροποιήσει περαιτέρω πολιτικά και θα του ανοίξει ακόμα πιο πολύ το δρόμο, για την άνοδο στο στέμμα του νεότευκτου βασιλείου της Ελλάδος.

Το γεγονός αυτό θορυβεί μεγάλο τμήμα της πολιτικής μας τάξης, που πολλές φορές έχει αμαυρώσει την εικόνα της αγωνιζόμενης να αποτινάξει τον ζυγόν της σκλαβιάς πατρίδος, με τις ίντριγκες και τις ηθικές της ασχημίες, όπως η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, η απόπειρα καταδίκης των υποδειγμάτων δικαστικού ήθους Τερτσέτη και Πολυζωίδη και πολύ περισσότερο, βεβαίως, η απεχθής και ολέθρια για τα συμφέροντα του έθνους δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Περισσότερο θορυβημένος όλων ο Ιωάννης Κωλέττης, εκπρόσωπος  των γαλλικών συμφερόντων στην Ελλάδα, αρχηγός του ατύπως λειτουργούντος «γαλόφιλλου» κόμματος.

Προσπαθεί με κάθε τρόπο αφενός μεν να διαβάλλει στον Υψηλάντη την Μαντώ, αφετέρου να τον τρομοκρατήσει για την ζωή του, αν επιμείνει σ΄αυτήν την σχέση.

Στην χυδαία αυτή προσπάθειά του, δεν θα διστάσει να οργανώσει ακόμα και απαγωγή της Μαντούς από το Ναύπλιο στην Μύκονο, αφού έχει προηγηθεί και η πυρπόληση του σπιτού της στο Ναύπλιο.

 Ο Πρίγκηπας Υψηλάντης, με βαρύτατα θραυσμένη την υγεία του,  βιολογικά εξασθενημένος – θα πεθάνει άλλωστε ένα χρόνο μετά – δεν μπορεί να αντιδράσει στην ενορχηστρωμένη επίθεση που δέχεται.

Έτσι παρακολουθεί αδύναμος να αλλάξει τον ρού των γεγονότων, κάτι που από την Μαντώ, εκλαμβάνεται σαν «υπαναχώρηση» στην σχέση τους και την βυθίζει σε απέραντη θλίψη.

Κοντά όμως στην ψυχολογική καταρράκωση της μεγάλης ελληνίδας, έχει εγκύψει και η σοβαρή οικονομική της ένδεια, μέχρι του σημείου να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στα βιοποριστικά της έξοδα, κατάσταση, που την ισοπεδώνει στην κυριολεξία ολοκληρωτικά.

Έτσι εγκαταλελειμμένη καταφεύγει σε συγγενείς της στην Πάρο, για να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί. Μάλιστα υπάρχουν και αναφορές της Μαντούς πρός το Βουλευτικό, μέσω των οποίων ζητά απο την κυβέρνηση οικονομική βοήθεια για να ζήσει.

Αρχικώς η κυβέρνηση εγκρίνει την παροχή βοηθείας «διά λόγον ευχαριστήσεως δια τας προς την Πατρίδαν και το Έθνος εκδουλεύσεις της κυρίας Μαντούς Μαυρογένη».

Μεταγενέστερες εκκλήσεις της όμως για βοήθεια, «να λάβη πρόνοιαν η Διοίκησις να εξοικονομήση και αυτήν δυστυχούσαν ήδη» θα απορριφθούν από την έμπλεη από το  εναντίον της μίσος κυβέρνηση Κωλέττη!!!

Ποιά όμως ζητούσε βοήθεια και είχε περιέλθει σε πενία, την οποία η Ελλάδα πεισματικά της αρνιόταν;

Ήταν η αρχοντοπούλα της Βλαχίας, που είχε δωρήσει ολόκληρη την μυθώδη περιουσία της στην πατρίδα, τα ολόδροσά της νειάτα και την ίδια της την ψυχή ….

Κατάμονη και λησμονημένη θα πεθάνει στην Πάρο το 1840, από τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε με δημόσια δαπάνη στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.

Όμως με την ανακαίνιση της εκκλησίας αργότερα, θα καταστραφεί ο τάφος της, καθώς και τα καμπαναριά που σήμαναν τον θάνατό της.     

Η Μαντώ Μαυρογένους υπήρξε πρότυπο ηθικής έξαρσης, αυτοθυσίας και ανιδιοτελούς πατριωτισμού. Η ελληνική πολιτεία καθυστέρησε, όπως και με πολλούς άλλους μεγάλους πατριώτες, να τιμήσει και να αναβιβάσει στο ηθικό βάθρο που της άρμοζε την μεγάλη ελληνίδα.      Είχε, όμως, αρχήθεν καταξιωθεί στην συνείδηση του ελληνικού λαού, σαν ένα ατίμητο ηθικό πρότυπο πατριωτισμού και αυτοθυσίας.

Και από την ομώνυμη πλατεία της Μυκόνου, τη μελλοντική πρόοδο, ανάπτυξη και παγκόσμια ακτινοβολία της οποίας η δράση της, σε συνδυασμό με το δυναμισμό των Μυκονίων προοιώνισαν,  καθώς ατενίζει τα καταγάλανα νερά του Αιγαίου, που τόσο λάτρεψε, και στα κύματά του έδωσε όλη την ικμάδα της για την ελευθερία της πατρίδος, μας καλεί, ιδιαίτερα τα δύσκολα αυτά χρόνια, κατά τα οποία η Πατρίδα μας αντιμετωπίζει και πάλι εξωτερικούς κινδύνους και υπονομεύονται τα όσια και τα ιερά του Γένους μας,  να ενωτισθούμε και να μιμηθούμε την αποφασιστικότητά της, όπως την διατύπωσε σε επιστολή της το 1821 προς τον φιλέλληνα Ρεμπώ:   

«Δεν με νοιάζει τί θα γίνω αν είναι να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Όταν θα έχω χρησιμοποιήσει όλα όσα μπορώ να διαθέσω για την ιερή υπόθεση της ελευθερίας, θα τρέξω στο στρατόπεδο των Ελλήνων για να τους ενθαρρύνω με την απόφασή μου να πεθάνω, αν χρειαστεί, για την ελευθερία»!