Είναι γεγονός ότι η Ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις, ούτε και ερμηνεύτεται με βάση τις εκάστοτε κρατούσες ιδεολογίες ή επικρατούσες ιδεοληψίες...

            Και, οπωσδήποτε, η γνώση και κατανόηση των γεγονότων και των αιτίων, που τα δημιούργησαν, των κινήτρων των πρωταγωνιστών τους και των συνεπειών των πράξεων, ενεργειών ή και παραλείψεών τους, προϋποθέτει την απαλλαγή μας από κάθε παραμορφωτικό της ιστορικής πραγματικότητας και παραποιητικό της ιστορικής αλήθειας στοιχείο, απαιτεί ευρυμάθεια και ευρύνοια, πλήρη γνώση και ανοιχτό μυαλό.

            Διαφορετικά, αν κρίνουμε τα γεγονότα με βάση τις κάθε φορά σύγχρονες αντιλήψεις, πρακτικές και θεωρίες, είναι πολύ πιθανόν να αλλοιώσουμε την αλήθεια και να αποπροσανατολίσουμε ένα ολόκληρο λαό.

            Για παράδειγμα, πώς μπορεί να κατανοηθεί το μυριόστομο “ΟΧΙ” του 1940 από μια κοινωνία αποκομμένη από τις ρίζες της, από μια κοινωνία αλλοιωμένη και αλλοτριωμένη, που θεοποιεί το χρήμα, το έχειν και την επίπλαστη ευμάρεια, και αυτά διδάσκει στα παιδιά της;

            Έτσι, αφανίζεται η ιστορική μνήμη και μαζί της η εθνική αυτοσυνειδησία και ο αληθής και γνήσιος πατριωτισμός χάνει το νόημά του, καταντάει άλλοθι αντιπατριωτικών επιλογών και βλασφημείται στο ξημέρωμα σκοτεινών αυγών...

            Δεν είναι, κατά ταύτα, παράδοξο, που κάποιοι, μεταξύ των οποίων και επιφανής μουσικοσυνθέτης, υποστήριξαν και υποστηρίζουν ότι θα ήταν καλύτερο αν οι Έλληνες, ως πολιτική ηγεσία και ως λαός, έλεγαν το 1940 “Ναι”.

            Εκ πρώτης όψεως,  δεν έχουν άδικο. Εξετάζοντας τα γεγονότα και τις μετέπειτα εξελίξεις, το ΟΧΙ του Μεταξά και των Ελλήνων δεν είχε κανένα πρακτικό αντίκρυσμα.

            Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες χάθηκαν στα πεδία των μαχών ή πέθαναν από την πείνα, ή εκτελέστηκαν από τους κατακτητές. Και μετά, ήρθε ο Εθνοκτόνος Διχασμός, που μάτωσε ακόμα περισσότερο το σώμα του Ελληνισμού, αποδυνάμωσε τη φωνή του, έπνιξε τις δίκαιες διεκδικήσεις του και υπονόμευσε τη δημοκρατική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξή του... 

            Τόσος πόνος, τόσα δάκρυα “για ένα πουκάμισο αδειανό”, όπως πικρά έγραφε ο Σεφέρης...

            Ενώ, αν λέγαμε NAI, τίποτε από αυτά δεν θα συνέβαινε, και ίσως να είμαστε στην ίδια θέση με χώρες και λαούς, που τότε συμβιβάστηκαν με τη βία και γονάτισαν στο φόβο, και τώρα βρίσκονται στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής σκηνής!

            Μια τέτοια σκέψη, όμως, φαίνεται λογική, μόνο υπό τα σύγχρονα κριτήρια, αυτά ακριβώς που μας οδήγησαν στη σημερινή αποτυχία και τα πολλαπλά εθνικά και κοινωνικά αδιέξοδα!

            Σίγουρα, ο αγώνας του ’40 δεν ήταν αποτέλεσμα μιας ηθελημένης απόφασης. Αν ερωτώντο οι Έλληνες αν θα ήθελαν τον πόλεμο ή θα προτιμούσαν να ζήσουν ειρηνικά, η απάντηση θα ήταν αυτονόητη. Όμως, πάνω από τον εαυτό, την οικογένεια, το πρόγραμμα της ζωής, τα αγαθά, τις χαρές και τις λύπες της καθημερινότητας, τις ελπίδες και τα όνειρα, υπήρχαν, πάντα υπάρχουν, δύο έννοιες μοναδικές: η ελευθερία και η αξιοπρέπεια...

            Και το κυριώτερο είναι ότι ο αγώνας του 1940 έγινε 18 χρόνια μετά την μεγάλη καταστροφή της Μικρασίας, τον ξεριζωμό και την προσφυγιά, 8 χρόνια μετά την χρεωκοπία εξαιτίας του κραχ του μεσοπολέμου και της αδυναμίας της ηγεσίας, αλλά και της χώρας να αντέξει τις δυσκολίες προσαρμογής σε ένα περιβάλλον οικονομικά ασταθές και να επουλώσει τις πληγές από τον διχασμό.

            Κι` όμως, την δύσκολη ώρα, εκεί που θα νόμιζε κάποιος κινούμενος με την λογική ότι ο λαός θα συμβιβαστεί και θα αποδεχθεί την υποδούλωση στο βωμό της ησυχίας και της «ειρήνης», ο λαός αντιτάσσει το ΟΧΙ, πολεμά με την καρδιά του και νικά, γεννώντας και ζώντας ένα θαύμα που ελάχιστοι λαοί στην Ιστορία έχουν πετύχει..

            Γι` αυτό και ο Ελληνικός Λαός είναι ο μόνος στον κόσμο, που δεν εορτάζει το τέλος, αλλά την έναρξη του πολέμου!

            Γιατί δεν τον ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, δεν τον κάμπτει η βεβαιότητα ότι στο τέλος “οι Μήδοι θα περάσουν”, αλλά κινείται με άξονα την επιτέλεση του ιστορικού του χρέους προς την πατρίδα και την ανθρωπότητα, να αγωνίζεται και να μάθει τους άλλους να αγωνίζονται για ελευθερία και αξιοπρέπεια!

            Έγραφε ο Γ. Βλάχος στην Καθημερινή της 4ης Νοεμβρίου 1940:«Λοιπόν;Θα συνεχίσωμεν την συζήτησιν; Θα βάλωμεν κάτω έναν καφέν και θα σταθώμεν γύρω από το φλιτζάνι του οι απόλεμοι, οι άχρηστοι, οι καφενόβιοι, διά να πούμε, περί του ποιος θα νικήση και ποιος θα επικρατήσει;... Προς Θεού! θα νικήση η Ελλάς! Όλους; ΟΛΟΥΣ! ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ! Χωρίς συλλογισμούς, χωρίς συζητήσεις, χωρίς κεφάλια τα οποία αργοκινούνται και αμφιβάλλουν, χωρίς μυαλό. Μυαλό δεν χρειάζεται. Χρειάζεται ενθουσιασμός και παραφροσύνη. Χρειάζεται θάρρος αλόγιστον και καρδιά. Με αυτό το υλικόν έγινεν ο Αγών του Εικοσιένα. Με αυτά τα όπλα νικούν οι λαοί. Ήρθατε να πάρετε την Ήπειρον;... ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΗΝ ΔΙΝΟΜΕ. Έχετε Στρατούς, έχετε Στόλους, έχετε αεροπλάνα, είσθε σαράντα πέντε εκατομμύρια και είμαστε πέντε. ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΗΝ ΔΙΝΟΜΕ. Θα μας κάψετε. ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΗΝ ΔΙΝΟΜΕ. Και θα προχωρήσωμεν και θα νικήσωμεν και θα σας πετάξωμεν εις την θάλασσαν. Γίνεται;... Γίνεται, δεν γίνεται,αυτό πρέπει να αισθάνεται και να βροντοφωνή η καρδιά. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΗ.”

            Και τελείωνε το άρθρο του, σαν να απευθυνόταν στους Έλληνες του 2014:

 “Όλοι μαζί! Θα αγωνισθώμεν τώρα όλοι μαζί, θα ανθέξωμεν όλοι μαζί, θα προελάσωμεν όλοι μαζί, και μίαν ευλογημένην ημέραν, όταν θα διαλαλούν την ευτυχίαν μας οι κώδωνες των σημαιοστολίστων εκκλησιών μας, θα ψάλλωμεν όλοι μαζί ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ ΤΑ ΝΙΚΗΤΗΡΙΑ...”!

† Ο ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΣ Β’

( Περιοδικό “ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ”, τ. 72, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014)

Pin It